Η συζήτηση για την αποχώρηση ή τη συρρίκνωση της παρουσίας της Ryanair από τη Θεσσαλονίκη έχει πάρει διαστάσεις σχεδόν υπαρξιακής κρίσης. Φορείς, θεσμοί, επαγγελματίες και παράγοντες της πόλης δείχνουν να κινητοποιούνται με αγωνία, σαν να πρόκειται να σβήσει αύριο το φως από τον τουριστικό χάρτη της Βόρειας Ελλάδας.
*Γράφει ο Κωνσταντίνος Κουράκος, Ταμίας της Ένωσης Τουριστικών Πρακτόρων Μακεδονίας-Θράκης και ιδιοκτήτης της Kourakos Travel
Ας είμαστε, όμως, σοβαροί. Δεν έρχεται η συντέλεια του κόσμου.
Η Θεσσαλονίκη δεν γεννήθηκε με τη Ryanair, ούτε η Χαλκιδική, ο Όλυμπος, η Πιερία, η Βεργίνα, η Πέλλα, τα Λουτρά Πόζαρ και ολόκληρη η Βόρεια Ελλάδα απέκτησαν αξία επειδή προσγειώθηκαν κάποια αεροσκάφη χαμηλού κόστους στο αεροδρόμιο «Μακεδονία». Η Ryanair είναι μια αεροπορική εταιρεία. Μια ανώνυμη εταιρεία. Μετόχους έχει, όχι συναισθήματα. Στρατηγική κόστους έχει, όχι ιστορικούς δεσμούς με τη Θεσσαλονίκη.
Και καλά κάνει, από τη δική της πλευρά, να διαπραγματεύεται σκληρά. Αυτό είναι το επιχειρηματικό της μοντέλο. Το ερώτημα δεν είναι γιατί η Ryanair πιέζει. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:
Γιατί φτάσαμε στο σημείο μια ολόκληρη περιοχή να μοιάζει ότι “παρακαλάει” τη Ryanair;
Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, η εταιρεία σχεδιάζει ή εξετάζει το κλείσιμο της βάσης της στη Θεσσαλονίκη από το φθινόπωρο του 2026, με φόντο τις αυξήσεις στα αερολιμενικά τέλη και τη μεταφορά αεροσκαφών σε βάσεις χαμηλότερου κόστους. Παράλληλα, τοπικοί φορείς ζητούν συναντήσεις και παρεμβάσεις για να αποφευχθεί το πλήγμα στη συνδεσιμότητα της περιοχής.
Κατανοητή η ανησυχία. Κατανοητό και το ενδιαφέρον για τις θέσεις εργασίας, την επιβατική κίνηση, την τουριστική ροή, τα ξενοδοχεία, τα πρακτορεία, την εστίαση, την τοπική οικονομία. Κανείς δεν πρέπει να υποτιμά τη σημασία μιας αεροπορικής βάσης.
Αλλά υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στη σοβαρή διαπραγμάτευση και στην εικόνα μιας πόλης που ζητάει χάρη.
Η Θεσσαλονίκη πρέπει να θέλει τη Ryanair. Δεν πρέπει να εξαρτάται από τη Ryanair.
Και εδώ αρχίζει η άβολη συζήτηση. Διότι αν η αποχώρηση μιας εταιρείας προκαλεί τόσο μεγάλο πανικό, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο η εταιρεία. Το πρόβλημα είναι το μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης της περιοχής. Είναι η απουσία μακροπρόθεσμης στρατηγικής. Είναι το ότι για χρόνια μιλάμε για “τουριστική Θεσσαλονίκη”, αλλά στην πράξη περιμένουμε κάθε φορά από κάποιον άλλον να μας φέρει τον κόσμο: μια low cost εταιρεία, ένα πρόγραμμα προβολής, μια έκθεση, μια αποστολή, ένα ταξίδι, μια φωτογραφία, μια χειραψία.
Και κάπου εδώ πρέπει να τεθεί το ερώτημα που κανείς δεν θέλει να ακούσει:
Μήπως οι φορείς που ασχολούνται με τον τουρισμό της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας δεν αποδίδουν όσο θα έπρεπε;
Διότι αν η περιοχή είχε δημιουργήσει ισχυρή, αυτόνομη ζήτηση, αν είχε χτίσει πραγματικό brand, αν είχε σταθερό τουριστικό αφήγημα, αν είχε οργανωμένη εξωστρέφεια, αν είχε ενιαία στρατηγική πόλης και περιφέρειας, τότε οι αεροπορικές εταιρείες δεν θα έπρεπε να “πειστούν” να μείνουν. Θα ήθελαν να είναι εδώ. Θα έβλεπαν αριθμούς. Θα έβλεπαν πληρότητες. Θα έβλεπαν εισερχόμενο ρεύμα. Θα έβλεπαν αγορά.
Δεν μπορεί η Θεσσαλονίκη να εμφανίζεται κάθε τόσο ως “ανερχόμενος προορισμός” και την ίδια στιγμή να τρέμει μήπως φύγει ένας αερομεταφορέας. Δεν μπορεί να μιλάμε για μητροπολιτικό ρόλο στα Βαλκάνια, για πύλη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, για γαστρονομία, πολιτισμό, συνέδρια, city break, θρησκευτικό τουρισμό, εβραϊκή κληρονομιά, παραλία, Χαλκιδική και Όλυμπο, και τελικά η συζήτηση να καταλήγει στο αν θα μας “λυπηθεί” η Ryanair.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το θέμα των απευθείας πτήσεων από τις ΗΠΑ. Το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης έχει αναβαθμιστεί και η πόλη εδώ και χρόνια ακούει για επαφές, ταξίδια, αποστολές, παρουσιάσεις και πρωτοβουλίες στην αμερικανική αγορά. Υποτίθεται ότι υπάρχουν δεσμοί με πόλεις των ΗΠΑ όπου το ελληνικό στοιχείο είναι έντονο. Υποτίθεται ότι η Ομογένεια αποτελεί γέφυρα. Υποτίθεται ότι η Θεσσαλονίκη έχει αφήγημα για να σταθεί διεθνώς.
Κι όμως, στο τέλος, πάντα κάτι συμβαίνει. Πάντα εμφανίζονται “αντικειμενικές δυσκολίες”. Πάντα υπάρχουν παράγοντες που αποτρέπουν τη σύνδεση. Πάντα ακούμε ότι “δεν είναι ακόμη η ώρα”, ότι “δεν βγαίνουν οι αριθμοί”, ότι “χρειάζεται περισσότερη μελέτη”, ότι “θα το ξαναδούμε”. Στο μεταξύ, άλλες πόλεις κάνουν βήματα, χτίζουν αγορές, διαπραγματεύονται με σχέδιο και δεν περιορίζονται σε δημόσιες σχέσεις.
Η Θεσσαλονίκη δεν χρειάζεται άλλα ταξίδια εντυπώσεων. Χρειάζεται εμπορικό σχέδιο. Χρειάζεται μετρήσιμους στόχους. Χρειάζεται επαγγελματική διεκδίκηση αεροπορικών συνδέσεων. Χρειάζεται σοβαρή συνεργασία μεταξύ Δήμου, Περιφέρειας, Επιμελητηρίων, Fraport, ξενοδόχων, τουριστικών πρακτόρων, παραγωγικών φορέων και αεροπορικών εταιρειών. Όχι άλλη αποσπασματικότητα. Όχι άλλες επιτροπές για την επιτροπή. Όχι άλλες φωτογραφίες χωρίς αποτέλεσμα.
Η πρόταση είναι απλή, αλλά απαιτεί δουλειά:
Να δημιουργηθεί ένας μόνιμος μηχανισμός αεροπορικής ανάπτυξης της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας. Όχι επικοινωνιακό όργανο. Όχι ακόμη μία “πρωτοβουλία”. Ένας επαγγελματικός μηχανισμός με στοιχεία, προϋπολογισμό, στόχους, μελέτες αγοράς, συνεργασία με tour operators, travel agents, αεροπορικές εταιρείες και φορείς του εξωτερικού.
Να χαρτογραφηθούν οι αγορές που μπορούν να φέρουν επισκέπτες όλο τον χρόνο. Να στηριχθούν οι αεροπορικές συνδέσεις με κοινές καμπάνιες προβολής. Να υπάρξουν συμφωνίες συνεπένδυσης στο marketing με εταιρείες που ανοίγουν νέες γραμμές. Να πιεστεί η πολιτεία για σοβαρό πλαίσιο κινήτρων, όχι για “χατίρια”. Να αξιοποιηθεί η Ομογένεια όχι ως χειροκρότημα σε εκδηλώσεις, αλλά ως πραγματικό δίκτυο ζήτησης. Να μπουν στο ίδιο τραπέζι και οι ταξιδιωτικοί πράκτορες, που γνωρίζουν την αγορά καθημερινά, όχι μόνο όσοι εμφανίζονται όταν υπάρχουν κάμερες.
Και κυρίως, να σταματήσει η Θεσσαλονίκη να συμπεριφέρεται σαν μικρή αγορά που περιμένει να τη διαλέξουν.
Η Ryanair μπορεί να φύγει. Μπορεί και να μείνει. Μπορεί να μειώσει πτήσεις. Μπορεί να επιστρέψει αργότερα. Αυτά συμβαίνουν στην αεροπορική αγορά. Οι εταιρείες μετακινούν αεροσκάφη εκεί όπου βλέπουν συμφέρον. Δεν υπάρχει αιώνια πίστη. Υπάρχουν αριθμοί.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να παρακαλέσουμε τη Ryanair.
Το ζητούμενο είναι να κάνουμε τη Θεσσαλονίκη τόσο δυνατή τουριστικά, εμπορικά και αεροπορικά, ώστε η Ryanair —και κάθε Ryanair— να θέλει να είναι εδώ όχι επειδή την ικετεύσαμε, αλλά επειδή δεν θα μπορεί να αγνοήσει την αγορά μας.
Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα.
Όχι να σωθεί μια βάση.
Να αποκτήσει επιτέλους η Θεσσαλονίκη βάση στρατηγικής.
*Τα κείμενα που φιλοξενούνται στη στήλη «Άρθρα-Απόψεις» δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι απαραίτητα του ThessPost.gr

Κωνσταντίνε, καταπληκτικό το κείμενό σου. Με επιχειρήματα που στηρίζονται σε οικονομική βάση, όπως "δουλεύει" στην πραγματικότητα ο τουρισμός, κάνεις μια ανάλυση που ακόμη και κάποιος ανίδεος περί τα οικονομικά όπως εγώ, κατανοεί ότι η Ryanair , αλλά και η οποιαδήποτε εταιρεία θα έχει βάση στη Θεσσαλονίκη όχι από λύπηση για την πόλη μας, αλλά όταν θα έχει οικονομικά κέρδη από αυτήν, πράγμα αυτονόητο. Κατά συνέπεια η Θεσσαλονίκη, αν θέλει να τραβήξει τουρισμό και εταιρείες που θα επενδύουν σε αυτήν, πολύ σωστά λες ότι πρέπει να δημιουργήσει τις ανάλογες συνθήκες για επενδύσεις και όχι να εκλιπαρεί.
ΑπάντησηΔιαγραφή